απαγορεύομαι


απαγορεύομαι
απαγορεύομαι, απαγορεύτηκα και απαγορεύθηκα, απαγορευμένος βλ. πίν. 20 (και ως απρόσ. απαγορεύεται)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.